Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου και το πολιτικό Σύνδρομο της Στοκχόλμης

Αν η ελληνική κρίση ήταν παιχνίδι, αυτό θα ήταν σκάκι. Και αν επιλέγαμε χρώμα για τα πιόνια μας, αυτό θα ήταν σίγουρα τα μαύρα, που στις ασκήσεις πάντα χάνουν.

Το Game over, του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, φιλοδοξεί να εξιστορήσει την “Αλήθεια για την κρίση”, όπως αναφέρει ο υπότιτλός του. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα βυζαντινά χρονικά που ξεκινούσαν “από κτίσεως Ρώμης”, η ιστορία του πρώην υπουργού ξεκινά πολύ αργά, από την προεκλογική περίοδο του 2009, φωτίζοντας έτσι μόνο την περίοδο κατά την οποία ο συγγραφέας πρωταγωνίστησε στα γεγονότα.

Είναι μια μαρτυρία γλαφυρή αλλά λιτή, στην οποία κυριαρχεί το δημοσιογραφικό ύφος και σπανίζουν οι αξιολογικές κρίσεις. Ο τόνος γίνεται κάποιες φορές προσωπικός, καθώς το βιβλίο αυτό έχει και ένα χαρακτήρα ιστορικής αποκατάστασης του συγγραφέα.

Διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές, πείθεται κανείς για την αντιδημοκρατική και κοινωνικά ανάλγητη κατασκευή της ευρωζώνης

Από έναν insider περιμένει κανείς αποκαλύψεις και πληροφόρηση από πρώτο χέρι, την ίδια στιγμή όμως οφείλει να είναι επιφυλακτικός, μιας και η αφήγηση δεν έχει εχέγγυα αντικειμενικότητας.

Η όλη ανάλυση του πρώην υπουργού δεν είναι σαφές αν αποτελεί απολογία για το αναπόφευκτο του Μνημονίου ή μανιφέστο για την αναγκαιότητα του Μνημονίου. Ήταν αναγκαίο κακό ή μάννα εξ ουρανού;

Φανερώνοντας ένα πολιτικό “Σύνδρομο της Στοκχόλμης”, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου εμφανίζεται μετά την “απαγωγή” της χώρας από το Γιούρογκρουπ και το ΔΝΤ, να ταυτίζεται με τους απαγωγείς: “Παρά τη δαιμονοποίηση του Μνημονίου, το μεγαλύτερο μέρος όσων περιλάμβανε έπρεπε να είχαν υλοποιηθεί εδώ και πολύ καιρό από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις χωρίς τη μεσολάβηση καμιάς Τρόικα”, αναφέρει χαρακτηριστικά, ενώ δεν παραλείπει να περιγράψει γλαφυρά την ικανοποίηση που είχε ως επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου από την πιστή εφαρμογή των πρώτων μνημονιακών μέτρων με τα οποία “επιτέλους” η χώρα είχε “παραδοτέα”.

Στην πραγματικότητα, η θέση αυτή εδράζεται στην πολιτική εκτίμηση ότι στην προ-μνημονιακή κατάσταση ευημερίας συμμετείχαν λίγο πολύ άπαντες. “Όλοι συμμετείχαν στο μεγάλο πάρτι που οδήγησε στον εκτροχιασμό”, αναφέρει συγκεκριμένα ο συγγραφέας, για να δώσει στον εαυτό του απλώς (και πολύ βολικά) το ρόλο εκείνου “που ανάβει το φως” στο τέλος τη γιορτής.

Μια αταξική και γενικευτική προσέγγιση που παραγνωρίζει το γεγονός ότι και προ του 2010 υπήρχε στην Ελλάδα εκμετάλλευση, δυστυχία και μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που διευρύνθηκαν και οξύνθηκαν από τις μετέπειτα πολιτικές επιλογές, ρίχνοντας τα βάρη της εσωτερικής υποτίμησης αποκλειστικά σε εκείνους που δεν είχαν ποτέ πρόσκληση για τα “πάρτι” των μεσαίων και ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων.

Διαβάζοντας το χρονικό του Γιώργου Παπακωνσταντίνου συνειδητοποιεί κανείς ότι το να φτάνει ένας πολιτικός στην κορυφή σχεδόν της πυραμίδας, στη διπλανή καρέκλα από το πρωθυπουργό, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο στις μέρες μας από το να καλείται να εφαρμόζει έξωθεν επιβεβλημένες επιλογές.

Φαίνεται ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν επιλέγονται ακόμη για τις θέσεις αυτές τεχνοκράτες ή υπηρεσιακοί παράγοντες βάσει βιογραφικών σημειωμάτων είναι η ανάγκη να διαθέτουν τα πρόσωπα αυτά τεχνικές πειθούς και επικοινωνιακά χαρίσματα, ώστε να εισάγουν στη χώρα τους τις προειλημμένες αποφάσεις με το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος.

Υιοθετώντας μια οπτική γωνία “εκ του σύνεγγυς”, περιγράφοντας από μέσα, βάσει προφανώς αναλυτικών σημειώσεων που τηρούσε σχολαστικά στις διαδοχικές συναντήσεις και συνεδριάσεις -μυστικές και φανερές- τις συνεχείς πιέσεις και τις ανοιχτές απειλές προς την ελληνική πλευρά προκειμένου να ανακοινώσει όλο και περισσότερα μέτρα λιτότητας, ο πρώην υπουργός δείχνει γλαφυρά ότι η ελληνική υπόθεση δεν ήταν παρά μια άνιση παρτίδα σκάκι, όπου τα γαλανόλευκα πιόνια οδηγούνταν με φορσέ κινήσεις στη γωνία της σκακιέρας, μέχρι το ρουά ματ.

Αντίπαλοι της χώρας και ταυτόχρονα αναντικατάστατοι σύμμαχοί της, σε μια δυσερμήνευτη σχέση αγάπης και μίσους, ήταν οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης και βασικά η Γερμανία, αλλά και οι “αγορές”, τα διεθνή δηλαδή κεφάλαια που έχουν τέτοιο μέγεθος ώστε να μπορούν να δανείζουν με δισεκατομμύρια ευρώ τα κράτη, προσδοκώντας το μεγαλύτερο κέρδος με το μικρότερο ρίσκο.

Το Game Over γράφτηκε για να αποδείξει ότι το Μνημόνιο ήταν η σωστή θεραπεία σε μια ασθένεια που συλλογικά αρνούμασταν να αποδεχτούμε.

Όσα όμως επιχειρήματα κι αν προσφέρει στο μνημονιακό στρατόπεδο, καταδεικνύοντας την απουσία εναλλακτικών οδών και την έλλειψη ευελιξίας εντός της ευρωζώνης, την ίδια στιγμή συνιστά και αδιάψευστο μάρτυρα για το πραγματικό κόστος, οικονομικό και πολιτικό, που καλείται μια χώρα να καταβάλει προκειμένου να ανήκει σε αυτό το κλαμπ των ισχυρών. Διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές, πείθεται κανείς για την αντιδημοκρατική και κοινωνικά ανάλγητη κατασκευή της ευρωζώνης.

Αναφέρει χαρακτηριστικά για τα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια που είχαν τεθεί τότε:

Για να αποφύγει η Ελλάδα να κηρύξει χρεοκοπία, είχαμε μπροστά μας μία εβδομάδα στην οποία έπρεπε να διαπραγματευτούμε, να συντάξουμε, να υπογράψουμε και να επικυρώσουμε μία συμφωνία που θα άλλαζε τη ζωή των Ελλήνων”…

Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου έμεινε στην ιστορία ως ο “αρχιτέκτονας του Μνημονίου”. Στο βιβλίο του πάντως καταδεικνύει ως …θεμελιωτή του Μνημονίου την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, κατά την περίοδο διακυβέρνησης του οποίου εκτοξεύτηκε το έλλειμμα και την ίδια στιγμή καταρρακώθηκε η αξιοπιστία της χώρας έναντι των εταίρων της μέσω της παραποίησης των δημοσιονομικών της μεγεθών.

Μια από τις ενδιαφέρουσες πάντως αποκαλύψεις του βιβλίου είναι ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είχε προσκληθεί στη χώρα πολύ πριν ανακοινώσει από το Καστελλόριζο τον Απρίλιο του 2010 ο Γιώργος Παπανδρέου την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης.

Όπως αναφέρεται, τον Απρίλιο του 2005 μετά από αίτημα της τότε κυβέρνησης ΝΔ, το ΔΝΤ εκπόνησε και παρέδωσε μια έκθεση για την αναμόρφωση της φορολογικής νομοθεσίας. Επιπλέον, η πρώτη αναλυτική συζήτηση μεταξύ Παπανδρέου και Ντομινίκ Στρος Καν, για την παρέμβαση του ΔΝΤ στην Ελλάδα ήταν τον Ιανουάριο του 2010 στην …κουζίνα του συνεδριακού κέντρου του Νταβός, όπου συναντήθηκαν οι δύο πλευρές για να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα. Άλλωστε, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου παραδέχεται ότι από τις αρχές του 2010 “μία ομάδα του ΔΝΤ είχε ξεκινήσει να δουλεύει με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για την αναμόρφωση του πλαισίου για τον προϋπολογισμό”.

Ο συγγραφέας κράτησε για το τέλος του βιβλίου του το φάκελο της “λίστας Λαγκάρντ”, ο χειρισμός της οποίας τον έφερε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αντιμετωπίζοντας βαριές κατηγορίες. Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου δίνει αναλυτικά και διεξοδικά τη δική του εκδοχή των γεγονότων και ερμηνεύει τους λόγους για τους οποίους, όπως υποστηρίζει, στοχοποιήθηκε προσωπικά.

Ανεξάρτητα από την άποψη που έχει κανείς γι’ αυτή την υπόθεση (που έχει κριθεί τελεσίδικα από τη δικαιοσύνη, αλλά προφανώς έχει στιγματίσει τον συγγραφέα) έχει ανθρώπινο ενδιαφέρον η προσωπική αφήγηση ενός πρώην υπουργού που εξομολογείται πως την ημέρα ανακοίνωσης της δικαστικής ετυμηγορίας, πήρε μαζί του “μια τσάντα με βασικό ρουχισμό”, αναμένοντας ότι ενδέχεται να συνεχίσει τη ζωή του πίσω από τα σίδερα.

Γιώργος Λαουτάρης