Όταν το κόκκινο συνυπήρχε με το μαύρο

Aν τολμούσαμε μια μεταφυσική μεταφορά στο χρόνο και φέρναμε ξανά στη ζωή σήμερα τον Κάρολο Μαρξ και τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τι θα συζητούσαν μεταξύ τους;

Δίχως άλλο τη γέννηση και την πτώση των σοσιαλιστικών κρατών του 20ού αιώνα. Την πρακτική δηλαδή εφαρμογή των οραμάτων και των ελπίδων που έτρεφαν χιλιάδες επαναστάτες.

Άλλωστε, η διχογνωμία των δύο ρευμάτων, του κομμουνιστικού και του αναρχικού, για τα «βήματα» της σοσιαλιστικής επανάστασης και για την αναγκαιότητα του προλεταριακού μεταβατικού κράτους συντέλεσε τελικά στην οριστική ρήξη των δύο τάσεων, με την αποπομπή του Μπακούνιν από τη Διεθνή το 1872.

Καθώς όμως οι Μαρξ και Μπακούνιν επέδρασαν καθοριστικά στην επαναστατική σκέψη και πρακτική των χρόνων που ακολούθησαν, φθάνοντας μέχρι τις ημέρες μας, οι τότε αντιπαραθέσεις φωτίζουν ίσως τα σημερινά προβλήματα αλλά και τη μελλοντική προοπτική των επαναστατικών εγχειρημάτων. Αυτή είναι και η αξία του βιβλίου του Γιώργου Ρούση, Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος, που ανατυπώθηκε αυτές τις ημέρες και κυκλοφορεί εκ νέου από τις εκδόσεις Γκοβόστη.

Η εργασία του Γιώργου Ρούση εντάσσεται στις αναγκαίες και απροκατάληπτες απόπειρες να ερμηνευτεί εποικοδομητικά και από αριστερή σκοπιά η καθίζηση και τελικώς η ήττα του «σοσιαλισμού που γνωρίσαμε»

Ο συγγραφέας σχολιάζοντας την εξέλιξη των σοσιαλιστικών πειραμάτων του 20ού αιώνα μιλά για ένα «νέο κρατικό – γραφειοκρατικό Λεβιάθαν» και σπεύδει να οριοθετήσει τη θεωρητική διαμάχη, τονίζοντας πως «η κριτική στο κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί με την κριτική στο μαρξικό σοσιαλιστικό κράτος».

Βασική θεωρητική παραδοχή του Γιώργου Ρούση είναι πως κυρίως η σταλινική περίοδος της Σοβιετικής Ένωσης υπήρξε από τη μία μεριά επιβεβαίωση των ενστάσεων του Μπακούνιν για τον αντιδραστικό ρόλο κάθε κρατικής οργάνωσης, από την άλλη όμως υπήρξε και «πλήρης διαστρέβλωση του μαρξισμού».

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κριτική του Μπακούνιν στον Μαρξ σύμφωνα με το συγγραφέα αστόχησε σε ό,τι αφορά τις επεξεργασίες των «κλασικών», όμως δικαιώθηκε εκ των υστέρων από την ιστορική πείρα.

«Δεν είμαι κομμουνιστής διότι ο κομμουνισμός συγκεντρώνει και απορροφά όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας στα χέρια του κράτους», έλεγε ο Μπακούνιν το 1868 στο Συνέδριο της πρώτης Διεθνούς στη Βέρνη, με τον Μαρξ να ακούει στα διπλανά έδρανα της αίθουσας.

Οι συγγραφείς πάντως του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, όπως εύστοχα τεκμηριώνει ο Γιώργος Ρούσης, αντιπαρήλθαν την κριτική αυτή, αφού προσέβλεπαν και οι ίδιοι σε μια προοπτική εξαφάνισης της κρατικής εξουσίας: «Το πολιτικό κράτος και μαζί μ’ αυτό η πολιτική εξουσία θα εξαφανιστούν ως συνέπεια της προσεχούς κοινωνικής επανάστασης», έγραφε χαρακτηριστικά ο Ένγκελς.

Η διαφορά των κομμουνιστών από τους αναρχικούς συνίστατο στο ότι οι πρώτοι μεταξύ της επανάστασης και της απονέκρωσης του κράτους, τοποθετούσαν μια ενδιάμεση μεταβατική κρατική μορφή, αυτή της δικτατορίας του προλεταριάτου. «Για μας λίγο ενδιαφέρει αν αυτή η εξουσία ονομάζεται εκκλησία, μοναρχία, συνταγματικό κράτος, αστική δημοκρατία ή ακόμη δικτατορία του προλεταριάτου. Τις απεχθανόμαστε όλες και τις απορρίπτουμε εξίσου ως αναπόφευκτες πηγές εκμετάλλευσης και δεσποτισμού», απάντησε ο Μπακούνιν.

Αν οι «κλασικοί» οραματίζονταν την απονέκρωση αυτού του μεταβατικού κρατικού σχηματισμού, η ιστορία έδειξε ότι αυτός περισσότερο παγιώθηκε, παρά μπήκε σε τροχιά εξαφάνισης. Λόγω των ειδικών ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, που κανείς φυσικά δεν μπορούσε να προβλέψει μισό αιώνα νωρίτερα, η κριτική του αναρχικού ρεύματος φαίνεται να δικαιώθηκε σε ό,τι αφορά το δεσποτισμό ακόμη και την εκμετάλλευση.

Τι σημαίνει όμως αυτό; Η ανάλυση του Γιώργου Ρούση ξεδιπλώνεται με στόχο «ο σοσιαλισμός του μέλλοντος να μην έχει την ίδια τραγική κατάληξη με την πρώτη προσπάθεια κατάκτησης της κομμουνιστικής χειραφέτησης». Για το λόγο αυτό και στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου παρατίθεται ένας κατάλογος με αναγκαία μέτρα περιορισμού της γραφειοκρατίας. Σε αυτά ξεχωρίζει η προτροπή του ίδιου του Λένιν «να γίνουν όλοι γραφειοκράτες», δηλαδή να εκτελούν όλοι χρέη ελέγχου, με βάση την αιρετότητα και την ανακλητότητα, ώστε «κανείς να μην μπορεί να γίνει γραφειοκράτης».

Επομένως, η μπακουνική κριτική δεν υιοθετείται για να επικυρώσει την ορθότητα της αναρχικής άποψης.

Άλλωστε, η τοποθέτηση του Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος και για την ίδια την επανάσταση βρίθει αντιφάσεων. «Είναι αναγκαίο πέρα από τον ίδιο το λαό να υπάρχει ένα επαναστατικό γενικό επιτελείο που να αποτελείται από άτομα αφοσιωμένα … ικανά να υπηρετήσουν ως ενδιάμεσα ανάμεσα στην επαναστατική ιδέα και τα λαϊκά ένστικτα». Αυτά δεν είναι απόψεις κάποιου γραφειοκράτη οπαδού της ιεραρχίας στη διοίκηση, αλλά του ίδιου του Μπακούνιν.

Όπως προκύπτει από τη σταχυολόγηση σχετικών αποσπασμάτων που προσεχτικά έκανε ο Γιώργος Ρούσης, η διασημότερη μορφή του αναρχισμού μπορεί να κατακεραύνωνε το προλεταριακό κράτος και τους ηγέτες του ως εξουσιομανείς, όμως έκανε λόγο για τη «συλλογική δικτατορία της μυστικής οργάνωσης», εννοώντας «ανθρώπους αόρατους, κρυμμένους μέσα στις μάζες», που θα καθοδηγούν την επανάσταση με βάση μια αυστηρά ιεραρχημένη δομή.

Οι επισημάνσεις αυτές γι’ αυτό το αποσιωπημένο κεφάλαιο της θεωρίας του Μπακούνιν, φωτίζουν ίσως και πλευρές στη δράση του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού χώρου σήμερα.

Γιώργος Λαουτάρης