Τι αποκαλύπτει για τη Μάχη της Κρήτης ο διωκόμενος σήμερα Χάινς Ρίχτερ

Οι πολεμικές μονογραφίες σπάνια συγκινούν το ευρύ αναγνωστικό κοινό.

Το ιδιαίτερο όμως με τη Μάχη της Κρήτης, του Χάινς Ρίχτερ, που κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Γκοβόστη, είναι ότι ρίχνει φως σε μια στιγμή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου για την οποία πολλοί μιλούν αλλά λίγοι γνωρίζουν.

Σήμερα (και συγκεκριμένα από τις 25 Νοεμβρίου 2015) ο Γερμανός συγγραφέας βρίσκεται κατηγορούμενος στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου, για το αδίκημα της «άρνησης εγκλημάτων πολέμου του ναζισμού, τα οποία στρέφονται κατά του Κρητικού λαού».

Είναι αποκρουστικό να σέρνει κανείς στο εδώλιο του κατηγορουμένου έναν συγγραφέα για το προϊόν του πνευματικού του μόχθου, με το οποίο μπορεί να έχει διαφωνίες.

Εν προκειμένω, η πρωτοβουλία των κατηγόρων στόχο έχει όχι την υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας, αλλά τη συσκότισή της.

Τρεις «αποκαλύψεις» του Χάινς Ρίχτερ (αποκαλύψεις για τους άσχετους με τη στρατιωτική ιστορία, δηλ. τους περισσότερους) φωτίζουν τη Μάχη της Κρήτης από μια σκοπιά που η εθνική ιστοριογραφία με τη μυθολογία που την συνοδεύει ποτέ δεν επέτρεψαν να φανεί.

Πρώτον, τη Μάχη της Κρήτης διεύθυναν και διεξήγαγαν ως επί το πλείστον ξένες δυνάμεις, οι βρετανικές.

Διοικητής των Ελληνοβρετανικών Δυνάμεων Κρήτης (Creforce) τέθηκε από 30 Απριλίου 1941, ο Υποστράτηγος Bernard Freyberg, ένας βετεράνος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την ήττα, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ παρουσίασε στη Βουλή των Κοινοτήτων την υπεράσπιση της Κρήτης ως ένα από τα «στρατιωτικά και ναυτικά κατορθώματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».

Ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον σημείο είναι η αναφορά του Ρίχτερ στον πρωτόγονο και πολύ φτωχό εξοπλισμό των Ελλήνων στρατιωτών αλλά και των μελών των αντάρτικων ομάδων, που πολέμησαν με ξίφη, τσεκούρια κ.λπ.

Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, οι Κρήτες είχαν ελάχιστα όπλα επειδή το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά είχε αφοπλίσει το νησί, έπειτα από μια εξέγερση κατά της δικτατορίας το 1938.

Δεύτερον, η απόβαση των αλεξιπτωτιστών δεν αιφνιδίασε τους υπερασπιστές της Κρήτης.

Αντιθέτως, ο Freyberg φέρεται να αναφώνησε ψύχραιμα μόλις είδε τον καθαρό ουρανό να γεμίζει με σκούρα στίγματα το πρωί της 20ής Μαΐου 1941: «Στην ώρα τους!».

Η βρετανική κατασκοπεία μπόρεσε να πάρει στα χέρια της την κρυπτογραφική μηχανή των Γερμανών, τη συσκευή Ultra, από ένα υποβρύχιο που κυρίευσε.

Υπό άκρα μυστικότητα, το Λονδίνο υπέκλεπτε τα απόρρητα μηνύματα των Γερμανών, που περιέγραφαν με πάσα ακρίβεια τις κινήσεις τους στην Κρήτη και σε όλα τα μέτωπα.

Στην πραγματικότητα, η αδυναμία των συμμάχων να υπερασπιστούν την Κρήτη ήταν ένα φιάσκο, που οφειλόταν στην άρνηση των διοικητών να δεχτούν ότι μπορεί να γίνει μια τόσο μεγάλης έκτασης αεραποβατική επιχείρηση, όπως υπεδείκνυαν οι εκθέσεις που διάβαζαν.

Τρίτον, στη Μάχη της Κρήτης έγιναν ακρότητες.

Με τα λόγια του συγγραφέα,

«η Μάχη της Κρήτης ήταν αφενός η τελευταία καθαρή στρατιωτική επιχείρηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αφετέρου η αφετηρία ενός βρόμικου πολέμου ο οποίος περιλαμβάνει επιθέσεις ανταρτών και αντίποινα«.

Κατά τον Χάινς Ρίχτερ «και οι δύο πλευρές παραβίασαν το Δίκαιο του Πολέμου και διέπραξαν εγκλήματα».

Μιλά συγκεκριμένα για το διαμελισμό νεκρών στρατιωτών από χωρικούς, για τη θανάτωση τραυματιών, για τη συμμετοχή αμάχων στις μάχες.

Μιλά επίσης για τις εκτελέσεις αθώων στο Κοντομάρι και την Κάντανο.

Δικαιολογείται άραγε μια πολιτική «ίσων αποστάσεων», όταν υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ επίδοξου κατακτητή και αμυνόμενου;

Εδώ είναι ανοιχτός στην κριτική ο συγγραφέας.

Όμως είναι καθαρό ότι το κίνητρό του δεν είναι το ξέπλυμα των ναζιστικών εγκλημάτων, αλλά η τεκμηρίωση της άποψής του για τον χαρακτήρα της μάχης.

Γιώργος Λαουτάρης