Αστικό παραμύθι …Δίχως Όνομα

 

Μοναξιά αλλά και εσωτερική ισορροπία αποπνέει η ποίηση του Βασίλη Κουντζάκη που έκανε το πρώτο του βήμα στα γράμματα με τη συλλογή «Δίχως Όνομα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκάτη

Πόλη και νύχτα είναι ίσως οι λέξεις κλειδιά που χαρακτηρίζουν τη συλλογή σε σκηνικό επίπεδο. Ο αφηγητής απευθύνεται συνήθως στο πρόσωπο του πόθου του, αναπολεί τις κοινές στιγμές και περιπλανιέται στη βραδυνή πρωτεύουσα.

Τριγυρίζω 
στην καρδιά των πραγμάτων
στα ίδια σοκάκια
αργά το βράδυ
περπατώ έξω από ένα θέατρο
στο Μεταξουργείο
και σαλτάρω ξανά σε μια
βάρκα για τη Μεσόγειο
εγχώριος μετανάστης

Τυπογραφικά μινιμαλιστικά, τα ποιήματα της συλλογής έχουν ελάχιστη στίξη και στερούνται τίτλο, είναι «δίχως όνομα». Οι μορφολογικές αυτές επιλογές επικεντρώνουν την ανάγνωση στις ίδιες τις λέξεις, που επιδιώκεται να δίνουν όλη τη δύναμη στο κάθε ποίημα. Κι αυτό την ίδια στιγμή που λείπει η εκζήτηση ή η υπερβολή στις εκφράσεις. Ο τόνος είναι χαμηλά, τίποτα δεν «φωνάζει».

Άλλωστε, τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα της συλλογής είναι αυτά που αποτελούνται από μονολεκτικούς στίχους. Μια σύλληψη που θυμίζει κάτι από τη συνειρμική γραφή των υπερρεαλιστών και ωθεί την ανάγνωση πολλές φορές εκτός κειμένου, στις συνάψεις μεταξύ των εννοιών.

Αίσθηση
συνθήκη
κόπωση μιας μέρας
αδιαφορία
κοινωνική ελαστικότητα
εικόνα
θέαμα
αιτία
ταχύτητα
μυθοπλασία
κεφάλια γεμάτα
έννοιες
τύπους
αριθμούς
σημείο μηδέν.

Ο αφηγητής που πλάθει ο Βασίλης Κουντζάκης μοιάζει να βιώνει τις ήττες μιας ολόκληρης γενιάς: Περιπλοκές στις διαπροσωπικές σχέσεις, απουσία ενός κεντρικού οράματος για τη ζωή, διαχείριση ενός δύσκολου παρόντος σαν να διαρκεί για πάντα.

Ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής, που έχει εσωτερικεύσει τη μοναξιά, αποπροσωποποιεί τους ανθρώπους, τους κάνει «Δίχως Όνομα». Στους ανθρώπους αυτούς μιλά η ποιητική συλλογή, δίνοντάς τους μια λυρική υπόσταση.

Γιώργος Λαουτάρης