Η …αποκρατικοποίηση του κομμουνισμού

Η δύναμη του διαλόγου στην ανάπτυξη των φιλοσοφικών επιχειρημάτων και στη διερεύνηση της αλήθειας των εννοιών και των πολιτικών σχεδίων είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Οι πλατωνικοί διάλογοι είναι ένα αξεπέραστο ορόσημο στην ιστορία των ιδεών. Και έχει από μόνο του ξεχωριστό ενδιαφέρον το γεγονός ότι αναβίωσαν ως μορφή στο νέο βιβλίο με τίτλο Τι να κάνουμε;, έναν “διάλογο για τον κομμουνισμό, τον καπιταλισμό και το μέλλον της δημοκρατίας” μεταξύ του Αλέν Μπαντιού και του Μαρσέλ Γκοσέ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι περισσότερο εξοικειωμένο με τον Γάλλο μαρξιστή Αλέν Μπαντιού και λιγότερο με τον συνομιλητή του, τον Μαρσέλ Γκοσέ, ιστορικό και φιλόσοφο, συνοδοιπόρο άλλοτε του Κορνήλιου Καστοριάδη και διαπρύσιου υπερασπιστή σήμερα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως βέλτιστου πολιτικού μοντέλου.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συμβολή του “Τι να κάνουμε;” είναι η κατάρριψη του στερεοτύπου που θέλει τους κομμουνιστές να υπερασπίζονται ένα ευτραφές και δεσποτικό κράτος, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους που μάχονται για τον περιορισμό του

Οι συντονιστές της συζήτησης, συντελεστές του γαλλικού περιοδικού Φιλοσοφία, σκέφτηκαν ότι μια ζωντανή διαλογική αντιπαράθεση των δύο διανοητών για το παρελθόν και την προοπτική του σοσιαλισμού αλλά και για το χαρακτήρα του σημερινού καπιταλισμού θα είχε ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα. Και είχαν δίκιο.

Ο τίτλος του βιβλίου και της συζήτησης (“Τι να κάνουμε;”) παραπέμπει ευθέως στο ομώνυμο έργο του Β.Ι. Λένιν, ένα βιβλίο γραμμένο σε ένα ιστορικό μεταίχμιο (1902) για την πορεία του επαναστατικού κινήματος της Ρωσίας.

Ωστόσο, αμφότεροι οι Γάλλοι συνομιλητές αμφισβητούν ριζικά -από διαφορετικές θέσεις φυσικά- τον ίδιο τον Λένιν και την ιστορία του “υπαρκτού”.

Ο Λένιν παραποίησε ποικιλοτρόπως τον Μαρξ” παρατηρεί ο Μαρσέλ Γκοσέ και προσθέτει: “Κινείται εν πολλοίς στους αντίποδες του Μαρξ, έστω κι αν τον επικαλείται ή θεωρεί τον εαυτό του συνεχιστή του”. Και ο Αλέν Μπαντιού δείχνει να συμφωνεί, όταν παρατηρεί πως “το αρχικό κομμουνιστικό ιδεώδες παραμορφώθηκε και τραυματίστηκε βαριά στη Σοβιετική Ένωση”.

Κάθε συζήτηση για την προοπτική της κομμουνιστικής ιδέας (ή “υπόθεσης” σύμφωνα με τον όρο που προτείνει ο Μπαντιού) περνά αναγκαστικά από την αποτίμηση του σοσιαλισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα τον 20ό αιώνα. Τα ανατολικά καθεστώτα συνιστούσαν τελικά παρέκκλιση από την αρχικά καλή ιδέα ή μήπως αποκάλυψαν ενδογενείς αντιφάσεις και αδυναμίες του μοντέλου που το καταδικάζουν οριστικά; Με το διαρκές αυτό και ακόμη υπό διερεύνηση ερώτημα αναμετρούνται οι δύο συνομιλητές του βιβλίου, δίνοντας αρκετά ενδιαφέρουσες απαντήσεις.

Κεντρική θέση του Αλέν Μπαντιού, όπως συνάγεται από τις τοποθετήσεις του σε αρκετά σημεία του διαλόγου, είναι πως κύρια αιτία για τις παρεκκλίσεις, τις στρεβλώσεις, την αποσύνθεση και την κατάρρευση τελικά του σοσιαλιστικού μοντέλου στον 20ό αιώνα ήταν ο κεντρικός ρόλος που αποδόθηκε στο κράτος.

Και μια πολύ ενδιαφέρουσα συμβολή του “Τι να κάνουμε;” είναι η κατάρριψη του στερεοτύπου που θέλει τους κομμουνιστές σήμερα να υπερασπίζονται ένα ευτραφές και δεσποτικό κράτος, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους που μάχονται για τον περιορισμό του.

“Το πρόταγμα έχει αναμφισβήτητα εκφυλιστεί από τη στιγμή που η μετάβαση στον κομμουνισμό αποτελεί πλέον αποκλειστικά αρμοδιότητα του κράτους”, παρατηρεί ο Μπαντιού και αργότερα συμπληρώνει σχολιάζοντας την τομή που έκανε για ένα μικρό διάστημα η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα: “Από τη στιγμή που το κράτος μέσω του Κόμματος ιδιοποιείται κάθε πολιτική δραστηριότητα, η κοινωνία οδηγείται εκ των πραγμάτων στην πλήρη αποπολιτικοποίηση”.

Κεντρικό πρόβλημα κατά τον Μπαντιού είναι και η βία που ασκούσαν τα κράτη στην κοινωνία. Αναφέρει χωρίς περιστροφές: “Η κουλτούρα της βίας θα συνδεθεί με τον μπολσεβικισμό, σε βαθμό μάλιστα που η καταστολή να είναι συχνά τυφλή. Από τη στιγμή που θα οδηγηθείς σε αυτό το σημείο, ο κομμουνισμός με την έννοια που έδινε στον όρο ο Μαρξ, απομακρύνεται, απέχει πολύ”.

Ο Μπαντιού εν συνεχεία απαντά στο ακανθώδες ζήτημα πώς να ξεμπερδέψει κανείς με την ατομική ιδιοκτησία, αν όχι με τις κρατικοποιήσεις. Χωρίς να έχει καταλήξει σε κάποια συγκεκριμένη πρόταση, παρατηρεί πως σήμερα αντί για εθνικοποιήσεις, “καλούμαστε να επινοήσουμε διαφορετικές μορφές συλλογικής ιδιοποίησης, να προσδιορίσουμε αυθεντικά δημοκρατικούς τρόπους διαχείρισης σε όλα τα επίπεδα”.

Απορρίπτει κατηγορηματικά μια “μονολιθική και βίαιη αντικατάσταση της ατομικής ιδιοκτησίας από την κρατική” και προκρίνει με χαρακτηριστική γενικότητα “κάθε είδους πειραματισμούς, τοπικά εφαρμόσιμους, εξελίξιμους, πολυεπίπεδους”.

Περιοδολογώντας λοιπόν τις εποχές του κομμουνισμού, ξεχωρίζει τρεις φάσεις: Τον κομμουνισμό του 19ου αιώνα “οπότε διατυπώνεται το πρόταγμα”, τον κομμουνισμό του 20ού αιώνα “υπό την καθοδήγηση του κράτους” που γίνεται “γι’ αυτό επισφαλής και στρεβλός” και τέλος τον κομμουνισμό των αρχών του 21ου αιώνα όπου “το παιδί κάνει ήδη τα πρώτα βήματα -έστω και τρεκλίζοντας- μιας νέας πορείας”.

Το πρόβλημα του κράτους είναι τέλος κεντρικό και στον ορισμό που προτείνει ο Αλέν Μπαντιού για τον κομμουνισμό του “σήμερα”:

Κομμουνισμός αναφέρει είναι η υλοποίηση τριών προταγμάτων: “Αποϊδιωτικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, εξάλειψη του κράτους, αποκατάσταση του ενιαίου, πολυμορφικού χαρακτήρα της εργασίας”.

Γιώργος Λαουτάρης